Η Ιστορία της Πορσελάνινης Κούκλας

0

Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι μια ιστορία βγαλμένη από την φαντασία και δεν έχει σκοπό να τρομοκρατήσει. Είναι η ιστορία μίας Πορσελάνινης κούκλας μίας κούκλας που μέσα της κρύβει μια εγκλωβισμένη ψυχή.

ΚούκλαΣτο νεοκλασικό μου σπίτι, ένα σπίτι που ποια οι γονείς μου μαζί με τον θείο μου έχουν πουλήσει, ένα σπίτι με ξύλινα πατώματα, ένα σπίτι που έμελε να γίνει μία ακόμα ιστορία από τις ιστορίες τρόμου.

Τέλος του 1890 το σπίτι αυτό ήταν ένα σχολείο για τα παιδία της εποχής. Για αρκετά χρόνια αποτελούσε ένα κέντρο πολιτισμού και εκπαίδευσης για τα παιδία αυτά. Ίσως να πήγαινε και η γιαγιά μου εκεί, δεν θέλω να πω κάτι λάθος λόγω του ότι η γιαγιά μου δεν είναι πια στην ζωή, όποτε θα αφήσω ένα πέπλο μυστηρίου σε αυτό το στοιχείο.

Μετά από αρκετά χρόνια το σχολείο σταμάτησε να λειτουργεί, πιθανότατα λόγο της εξάπλωσης της κωμόπολης ο χώρος δεν ήταν επαρκής για κάτι τέτοιο, έτσι το εν λόγο χτίσμα μετά από έναν άλλον αγοραστή πέρασε στα χέρια του παππού μου. Το σπίτι ήταν μεγάλη ευκαιρία πολύ μεγάλο και σε καλή τιμή. Ο παππούς μου δεν έχασε την ευκαιρία να το αγοράσει. Έτσι παντρεύτηκε την γιαγιά μου και έκαναν δύο αγόρια τον πατέρα μου και τον θείο μου.  Οι ζωές του κυλούσαν ομαλά και έτσι να παιδία μεγάλωσαν και έκαναν και αυτοί παιδία. Ένα από τα παιδία είμαι και εγώ, και αυτή είναι η ιστορία μου.

Όταν άρχισα να έχω τις πρώτες μου αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς μου και του παππού μου πάντα θυμάμαι να με διακατέχει μια παγωμάρα, θα μπορούσε να ήταν ο φόβος ενός παιδιού όμως πολλές φορές οι αλήθειες εμφανίζονται μόνο σε αυτούς που τις πιστεύουν.

Ένα βράδυ κοιμώμενος μαζί με τους γονείς μου σηκώθηκα γιατί δεν ήμουν πολύ καλά, θυμάμαι άνοιξα την πόρτα αυτού του δωματίου, ήταν σχεδόν σκοτεινά και είδα την κούκλα να γύρνα και να με κοιτά. Με κοίταξε το θυμάμαι… ορκίζομαι πως δεν έκανα λάθος… πιστεύω πως ήθελε να μάθω ότι ζει. Αμέσως έσπευσα στο κρεβάτι και πήρα αγκαλιά την μητέρα μου. Το πρωί είπα την ιστορία στον πατέρα μου. Όλοι γέλασαν. Μου είπαν πως μου φάνηκε και πως είναι από πλαστικό και δεν έχει ψυχή. Θυμάμαι που μου την σήκωσε η γιαγιά ψηλά λέγοντας πως είναι απλά μία κούκλα και τίποτα παραπάνω.

Μετά από εκείνη την βραδιά αλλάξαμε δωμάτιο, δεν ξέρω αν ο φόβος με είχε κυριεύσει αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Άκουγα βήματα. Οι γονείς μου, μου είπαν πως είναι παλιό το σπίτι και πως ο αέρας έκανε θόρυβο, όμως εγώ ήμουν σίγουρος πως κάτι παράξενο συνέβαινε στο σπίτι. Το πάτωμα έτριζε κάθε βράδυ σαν κάτι να περπατά. Ένοιωθα το στρώμα μου βαρύ και ο φόβος με διακατείχε.   

Με τα χρόνια εξαιτίας του θανάτου του παππού μου και της μεγάλης ηλικίας της γιαγιάς μου το σπίτι πουλήθηκε. Για πολλά χρόνια είχα ξεχάσει το τι είδα, το τι ένοιωσα. Ίσως αμφισβήτησα τον εαυτό μου, ώσπου μία μέρα σε μία αναπόληση της ζωής μας όταν ήμασταν μικροί οι μεσαία μου ξαδέλφη (μεγαλύτερη από εμένα) μου είπε για αυτήν την κούκλα. Τα λόγια της ήταν ακριβώς αυτά που φοβόμουν να ακούσω: «Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η κούκλα πάντα με τρόμαζε, όχι μόνο η κούκλα αλλά και το δωμάτιο, ήταν κρύο, ήταν ξένο, αισθανόμουν πως η κούκλα κάποιες φορές με κοιτούσε, μία μέρα όταν οι γονείς μου με άφησαν με την γιαγιά, την είδα να μου χαμογελά».

Την επόμενη μέρα άρχιζα να κατακλύζω τον πατέρα μου με ρωτήσεις για την κούκλα. Ο ίδιος την θυμόταν από μικρός εκεί. Πότε δεν ρώτησα ποιος την έφερε και γιατί μου είπε. Ποτέ δεν έγινε κάποια αναφορά σε αυτήν. Βουτηγμένος στην περιέργεια έψαξα όλες τις οικογενειακές μας φωτογραφίες, όμως εις μάτην καμία δεν περιείχε αυτήν κούκλα. Πως καμία φωτογραφία δε υπήρχε με αυτήν; Πως και γιατί αναπάντητα. Αυτή η κούκλα έκρυβε πολλά μυστικά, ήμουν πια σίγουρος.

Μετά από πίεση ζήτησα από τον πατέρα μου να επισκεφτούμε τον άνθρωπο που είχε νοικιάσει το σπίτι. Το σπίτι είχε αλλάξει ριζικά και τίποτα δεν θύμιζε το παλιό μας σπίτι. Το δωμάτιο με την κούκλα ήταν άδειο, ο ίδιος είπε πως δεν του άρεσε πολύ ο χώρος για υπνοδωμάτιο. Εγώ τον ρώτησα αν είχε δει την κούκλα. Ο ίδιος δεν θυμόταν. Μου είπε με βλέμμα αβέβαιο πως μάλλον την είχε κατεβάσει στην αποθήκη και πως δεν ταίριαζε στην αισθητική του χώρου. Χαμογελάσαμε και φύγαμε ασφαλώς αμήχανοι. Το βλέμμα του πατέρα μου ήταν επικριτικό με έντονη αμφισβήτηση όμως εγώ ήμουν σίγουρος κάτι υπήρχε.

Δεν ξέρω και δεν μπορώ να πω κάτι στα σίγουρα, αλλά έχω μία θεωρία πάνω σε αυτή την υπόθεση. Πιθανών η κούκλα να ήταν ένα παιχνίδι, ίσως ένα κοριτσίστικο παιχνίδι της εποχής. Ίσως για αυτό να μην ξέρουμε από πού ήρθε. Πολύ απλά υπήρχε πάντα στο σπίτι. Όπως ξέρουμε την εποχή εκείνη η διάρκεια ζωής ήταν μικρή, παιδία πέθαιναν σε μικρή ηλικία από ασθένειες που σήμερα γιατρεύονται από ένα αντιβιοτικό. Η ζωή στην επαρχία ήταν πολύ δύσκολη. Ίσως να ήταν μια μικρή κοπέλα που αγαπούσε απλά την κούκλα της και έμεινε για πάντα μέσα σε αυτή. Ίσως στοιχειώνουμε σε αυτά που αγαπάμε και δεν προλάβαμε να χαρούμε.  

Τώρα που μεγάλωσα δεν πιστεύω πια στα φαντάσματα, ίσως δεν ήθελε να μας κάνει κακό τελικά, ποτέ κανείς μας δεν έπαθε κάτι. Ίσως να ήταν ένα ακόμα κορίτσι σε αυτό το σπίτι που ήθελα να παίξει με τα παιχνίδια της. Ίσως να ήθελε απλά να παίξει με εμάς και να κάνει νέους φίλους.

Το σίγουρο είναι μόνο ένα… ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ.

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο της
σελίδας, Βασίλη Βασιλείου, για την ιστορία του!

Advertisements

Η Μάσκα

1

 

Καποτε στα πολυυυ παλια χρονια υπηρχε ένα κοριτσι!!
Το κοριτσι αυτό φοβοταν τα παντα!!
Τη μερα του halloween το σχολειο το μεσημερι οι φιλοι της
της εκαναν μια  φαρσα!!Αυτή νευριασε τοσο που πηγε πιο κατω σε ένα
μαγαζι με μασκες και αγορασε μια!!!Βεβαια ο μαγαζάτορας ηταν ‘τρελος’
Και ειχε ένα δωματιο με απαγορευμένες μασκες πωλησης!!!Το κοριτσακι πηγε εκει κατω και πηρε την πιο τρομακτικη του μαγαζιου αλλα δεν ηξερε τι μασκα ηταν!
Όταν την ειδε ο κυριος του μαγαζιου της ειπε ασε την μασκα και φυγε αλλα αυτή την πηρε και ετρεξε!!Αφου εφτασε σπιτι αφησε τη μασκα στο γραφειο της και πηγε να ετοιμαστεί!!εβαλε αυτό το μακρυ τελως παντων που φοραει ο χαρος και υστερα εβαλε τη μασκα!!Πηρε το καλαθι της και βγηκε εξω!!!Αφου ειχε μαζεψει ηδη παρα πολα γλυκα βαρεθηκε και πηγε να φυγει αλλα θυμιθηκε κατι!!!Πηγε στο νεκροταφιο για να τρομαξει τους φιλους της που προηγούμενος της εκαναν φαρσα αφου τελειωσε και με αυτό οηγε σπιτι να αλλαξει πηγε να βγαλει τη μασκα αλλα δεν μπορεσε πηγε να την ξαναβγαλει αλλα παλι δεν μπορεσε Τοτε θυμιθηκε τα λογια του ‘τρελου’ πηγε εκει και της εδωσε ένα γριφο ο γριφος ελεγε κατι για νεκροταφιο και αληθινο προσωπο αφου καταλαβε τι επρεπε να κανει πηγε στο νεκροταφειο και φωναξε δυνατα 3-4 φορες <<ΕΙΜΑΙ Η ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ>> ετσι την ελεγαν η μασκα βγηκε και την εθαψε στο χωμα για παντα η Μαργκαρετ από τοτε δεν τρομαζε με τιποτα!!!

Από την φίλη μας Αναστασία!
Ευχαριστούμε πολύ!

 

Πρωινός Φόβος

1

Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι αυτή η ιστορία είναι σίγουρα αληθινή μιας που την έζησε η θεία μου..

Ήταν μικρή και εδώ μπορώ να πω πως την λένε Αναστασία. Τότε τα σχολεία ήταν απογευματινά και πρωινά. Η θεία μου εκείνη την μέρα ήταν απογευματινή στο Δημοτικό και ο αδερφός της ήταν πρωινός για αυτό και ήταν μόνη της στο σπίτι με την γιαγιά μου. Το πρωί η μαμά της (η γιαγιά μου) σιδέρωνε και η θεία μου ήθελε να σιδερώσει και αυτή. Αλλά η μαμά της, της έλεγε ότι φοβόταν να μην καεί και για αυτό την άφησε να σιδερώσει μόνο μερικά φανελάκια. Την άφησε μόνη της και η μαμά της κατέβηκε για λίγο στον κάτω όροφο για να φροντίσει λίγο τους παππούδες που έμεναν από κάτω. Η θεία μου δεν το κατάλαβε όμως ότι είχε κατεβεί κάτω. Έτσι όπως σιδέρωνε όμως κάποιος την χάιδευε στο κεφαλάκι της, νόμιζε ότι ήταν η μαμά της και για αυτό δεν γύρισε να δει. Ξαφνικά μια φωνή της λέει: << Ο μπαμπάς σου έχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Πρέπει γρήγορα να τον πάτε στο νοσοκομείο. Έχει πέτρα στα νεφρά και μπορεί και να πεθάνει>>. Η φωνή ήταν σαν να μιλούσε μία γριούλα. Τότε η θεία μου γύρισε τρομαγμένη να δει τι ποιος ήταν και είδε μια μαυροφορεμένη γριά. Να την κοιτάει με μεγάλα μάτια. Από τον φόβο της η θεία μου άρχισε να τσιρίζει πολύ δυνατά και η μαμά της από κάτω την άκουσε και άρχισε να ανεβαίνει γρήγορα τις σκάλες φωνάζοντας <<Αναστασία?>> συνέχεια. Η θεία μου πέταξε το σίδερο και πήγε στο χέρι της γριούλας αλλά εκείνη ούτε που μίλησε. Απλά άρχισε να περπατάει προς την κρεβατοκάμαρα. Η μαμά της ανέβηκε και Αναστασία της εξήγησε τη έγινε. Όταν γύρισε ο μπαμπάς της από έξω και ήρθε και ο αδερφό της (ο μπαμπάς μου) πήγαν στο νοσοκομείο και είδαν ότι όντως είχε ο μπαμπάς της πέτρα στα νεφρά και θα πέθαινε αν δεν ερχόταν γρήγορα. Την επόμενη μέρα η εικόνα της Αγίας Μαρίνας που είχαν στο σαλόνι, έδειχνε το χέρι της Αγίας καμένο. Τότε όλοι κατάλαβαν πια ήταν. Όταν μεγάλωσε η θεία μου και έκανε 2 κορίτσια, το ένα το ονόμασε Μαρίνα-Σταυρούλα.

Ευχαριστούμε θερμά τη φίλη Άννα 
για την ιστορία της!

 

 

1..2 Τα σκαλάκια πηδώ..

1

Κάποτε πολύ παλιά υπήρχε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μαρία. Η Μαρία ήταν πολύ όμορφη! Την παραμονή των Χριστουγέννων είδε μια πολύ όμορφη κουκλίτσα που την ονόμασε Στεφανη!
Καθώς όμως μεγάλωνε την είχε βαρεθεί και τη χάρισε σε ένα μικρο κοριτσάκι.Την επόμενη μέρα το κοριτσάκι βρέθηκε νεκρό στο κρεβάτι του και δίπλα στο παιδάκι η Στεφανη  γεμάτη αίμα και στον τοίχο έγραφε με αίμα “Μαρία έρχομαι για σένα. Η Μαρία φοβήθηκε  και εκείνη τη νύχτα άκουσε βήματα στις σκάλες “1….2 τα σκαλάκια πηδώ, 2…..3 έρχομαι να σε βρω, 3……4 τελευταίο σκαλί, 4……5 έφτασε η Στεφανη και έρχεται να σε σκοτώσει!” Η Μαρία σηκώθηκε και πήρε την κούκλα αγκαλιά και τότε η κούκλα έβγαλε ένα μαχαίρι και της το κάρφωσε στην πλάτη. Η Μαρία έπεσε κάτω και το μαχαίρι πέρασε από μέσα της. Η Στεφανη εκείνη τη νύχτα εξαφανίστηκε, και δεν την ξαναείδε ποτέ κάνεις!

Από φίλη της σελίδας μας!
Την ευχαριστούμε πολυ!

Ο Εφιάλτης

1
Εκείνη την περίοδο είχε έρθει από το χωριό η γιαγιά και ο παππούς μου. Τους είχα παραχωρήσει το δωμάτιο μου και κοιμόμουν στον καναπέ-κρεβάτι που έχουμε στο σαλόνι. Το σκηνικό έχει ως εξής. Στο σαλόνι έχουμε ένα cd player με 5 cdιέρες. Έβαζα λοιπόν κάθε βράδυ είτε ραδιόφωνο, είτε 5 cds μέσα και έβαζα πρόγραμμα κάποια τραγούδια να παίξουν (έπαιζε το πρόγραμμα μέχρι το πρωί). Πέφτω να κοιμηθώ λοιπόν εκείνο το βράδυ έχοντας φτιάξει το πρόγραμμα μου και βλέπω το εξής όνειρο.
 Ήμουν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι σε ένα σχετικά μικρό δωμάτιο. Το κρεβάτι μου ήταν απέναντι από την πόρτα και υπήρχε και ένα δεύτερο κρεβάτι στο δωμάτιο δίπλα από την πόρτα. Ήμουν ανασηκωμένος και ακουμπούσα στους αγκώνες μου και στο άλλο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος κάποιος άλλος. Το κεφάλι του ήταν από την πλευρά της πόρτας και κοιτούσε προς τα μένα. Ήταν κ αυτός ανασηκωμένος και μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Από την πόρτα έμπαινε άπλετο λευκό φως και δεν μπορούσες να δεις εξαιτίας του τίποτα από έξω. Ήξερα ότι ήμουν σε όνειρο. Το διαισθανόμουν. Θυμάμαι να του λέω το εξής. «το ξέρεις ότι μπορώ να σε εξαφανίσω;» και μετά είπα κάτι σαν ξόρκι, σαν προσευχή. Και με την μία εξαφανίζεται το άλλο άτομο. Ένοιωσα εκείνη την στιγμή μια ευφορία. Μια δύναμη μέσα μου ότι μπορούσα να κάνω οτιδήποτε.
 Να πω εδώ ότι μόλις ξύπνησα μετά το όνειρο μου θυμόμουν τι του είχα πει. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πάρα πολύ όμορφο τετράστιχο που και εγώ ο ίδιος αναρωτήθηκα μα πως το επινόησα αυτό μες στον ύπνο μου. Δυστυχώς το πρωί που ξαναξύπνησα δεν θυμόμουν ούτε γραμμή από το τετράστιχο αυτό αλλά μόνο ότι ήταν καταπληκτικό.
Στην θέση του εμφανίστηκε από το πουθενά ένα άλλο άτομο. Καθόταν ακριβώς όπως καθόταν ο πρώτος αλλά σε αντίθεση με τον άλλον, το πρόσωπο του φαινόταν μαύρο. Μια σκιά. Δεν διέκρινες τίποτα από το πρόσωπο του άσχετα αν έμπαινε τόσο φως από την πόρτα. Τον ακούω να γελάει και να μου λέει «νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις αυτό και σε μένα; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», λέω πάλι εκείνο το τετράστιχο και δεν γίνεται τίποτα. Γελάει πάλι αυτός και με ξαναρωτάει με περισσότερη έμφαση «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Τότε λέει αυτός κάτι σαν προσευχή κάτι σαν το δικό μου και ξαφνικά νοιώθω τα πόδια μου να κόβονται και πετάγομαι από τον ύπνο μου. Πετάχτηκα τόσο πολύ που βρέθηκα σχεδόν καθιστός στα κατωπόδαρα του κρεβατιού. Ακριβώς εκείνη την στιγμή ακούω από το ράδιο την λέξη Lucifer. Περιττό να σας πω ότι χέστηκα πάνω μου. Το πρόγραμμα που είχα βάλει είχε διάρκεια περίπου 5 ώρες. Από όλα τα τραγούδια μόνο σε ένα ακουγόταν η λέξη Lucifer 2 φορές αν δεν απατώμαι. Πληροφοριακά το τραγούδι είναι Ιced Εarth – Danteʼs inferno.
Από εκείνη την νύχτα δεν ξαναείχα lucid dreaming ποτέ μου και για ένα πολύ μεγάλο διάστημα (περίπου 4 χρόνια αν δεν απατώμαι) δεν θυμάμαι να έβλεπα όνειρο και ακόμα και αν έβλεπα, το πρωί το είχα ξεχάσει.

Τυφών- Το τέρας που πολέμησε με τον Δία.

0

Κατά την Ελληνική μυθολογία ο Τυφών ή Τυφάων ή Τυφωεύς ήταν γιγαντιαίο τερατώδες ον που γέννησε η Γαία μετά την εξόντωση των γιγάντων… Πατέρας του ήταν ο Τάρταρος*. Το μέγεθος και η δύναμή του ήταν πολύ μεγαλύτερη από τα άλλα παιδιά της Γαίας. Ήταν μεγαλύτερος από όλα τα βουνά και το κεφάλι του έφτανε τα αστέρια. Τα ανοικτά του χέρια έφταναν από την Ανατολή ως τη Δύση. Στους ώμους του είχε εκατό κεφάλια δρακόντων. Το σώμα του μέχρι τη μέση έμοιαζε με άνθρωπο, αλλά απ’ τη μέση και κάτω είχε σώματα κουλουριασμένων φιδιών. Από τα μάτια του έβγαινε φωτιά και από τα κεφάλια του παντοειδείς κραυγές και συριγμοί. Επίσης το σώμα του το κάλυπταν φτερά.

Μάχη του Τυφώνα με τον Δία

Ο Τυφών έριχνε βράχους κι ανάγκασε τους θεούς να καταφύγουν στην Αίγυπτο και να μεταμορφωθούν σε ζώα. Η Αθηνά του αντιστάθηκε και κατηγόρησε τον Δία για δειλία.

Ο Δίας προσπάθησε να φυλάξει τον Όλυμπο και χτυπούσε με κεραυνούς τον Τυφώνα, μα αρχικά ο Τυφών υπερίσχυσε σε πάλη εκ του συστάδην και άφησε τον Δία ανήμπορο κόβωντας τους τένοντές του (χεριών και ποδιών) και αναγκάζοντάς τον να καταφύγει στο Κωρύκιο Άντρο στη Κιλικία.

Τότε ο Τυφών έδωσε στην Δελφύνη, την αδερφή του, να φυλάει τους τένοντες του Δία, μα ο Ερμής με τον Πάνα τους έκλεψαν και απελευθέρωσαν τον Δία που ανέκτησε τη δύναμή του και κυνήγησε τον Τυφώνα κατακεραυνώνοντάς τον και ρίχνοντας εναντίον του τεράστιους όγκους βουνών τον έκλεισε στα έγκατα της γης απ΄ όπου συνεχίζει κατά καιρούς να εκβάλλει κραυγές και πύρινες γλώσσες.

Το βουνό Αίμος πήρε το όνομά του επειδή αιμορράγησε πάνω του ο Τυφώνας καθώς τον χτυπούσε με κεραυνούς ο Δίας. Τέλος, ο Τυφών κυνηγημένος απ’ τον Δία επιχείρησε να του πετάξει το όρος Αίτνα, μα ο Δίας το κεραυνοβόλησε πολλές φορές και καταπλάκωσε τον Τυφώνα.

Κατά τον Όμηρο ο Τυφών βρίσκεται αλυσοδεμένος στη χώρα των Αρίμων δηλαδή στη Κιλικία και Φρυγία, ενώ κατά τον Πίνδαρο βρίσκεται θαμμένος στα έγκατα της Αίτνας στη Σικελία. Κατ΄ άλλους μύθους ο Τυφών ήταν γιος της Ήρας που γεννήθηκε σε κάποια στιγμή διχόνοιας του ουράνιου ζεύγους, εκφράζοντας έτσι τη διαταραχή της ατμόσφαιρας.

*Ο Τάρταρος σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία είναι δευτερεύουσα θεότητα του κάτω κόσμου, γιος του Πλούτωνα ή του Αιθέρα ή του Χάους και της Γαίας.

Η ιστορία του Τυφών μοιάζει ιδιαίτερα με την μάχη των ουρανών, στην οποία εξέπεσαν ο σατανάς και οι άγγελοι από τον Παράδεισο.

Η Στοιχειωμένη Μονοκατοικία της Άμφισσας

3

Κραυγές μέσα στη νύχτα, κοριτσάκια που βολτάρουν στα δωμάτια κι εξαφανίζονται, έπιπλα που κινούνται μόνα τους… Η ιστορία του εγκαταλελειμμένου σπιτιού της οδού Γιδογιάννου στην Άμφισσα ξεκινάει από το 1940 και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Όλοι στην περιοχή μιλούν για τη στοιχειωμένη μονοκατοικία. Της ΕΥΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Είναι ίσως το πιο γνωστό στοιχειωμένο σπίτι της Στερεάς Ελλάδας.

Η ερειπωμένη μονοκατοικία της οδού Γιδογιάννου, αριθμός 13 (συμβολικός δεν νομίζετε;) είναι γεμάτη από μακάβριες ιστορίες που εδώ και δεκαετίες είναι γνωστές σε όλους τους κατοίκους της Άμφισσας. Το συγκεκριμένο σπίτι δεν βρίσκεται σε κάποιο απόμερο μέρος της πόλης, ίσα ίσα που σε πολύ κοντινή απόσταση υπάρχουν πολυσύχναστα στέκια. Όμως οι θρύλοι που το ακολουθούν είναι τέτοιοι που οι κάτοικοι αλλά και οι επισκέπτες προσπαθούν να το αποφύγουν.

Ποια όμως είναι η ιστορία που κρύβεται πίσω από την ερειπωμένη μονοκατοικία; Γιατί το σπίτι της οδού Γιδογιάννου θεωρείται στοιχειωμένο; Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα υποστηρίζονται, όλα ξεκίνησαν γύρω στο 1940. Ιδιοκτήτης του ήταν ένας άρχοντας της περιοχής, πάρα πολύ πλούσιος, ο οποίος είχε συνάψει παράνομο ερωτικό δεσμό με μια από τις υπηρέτριές του. Η υπηρέτρια έμεινε έγκυος από τον ιδιοκτήτη (οι φήμες έλεγαν ότι η εγκυμοσύνη προήλθε έπειτα από βιασμό) και στάθηκε η αιτία για ένα αποτρόπαιο έγκλημα που έμελλε να στιγματίσει για πάντα το σπίτι της οδού Γιδογιάννου.

Ο «άρχοντας» της περιοχής ζήτησε από τη νεαρή υπηρέτρια να κάνει έκτρωση και όταν η τελευταία αρνήθηκε, το πλήρωσε με την ίδια της τη ζωή. Σύμφωνα πάντα με το μύθο που ακολουθεί το οίκημα, ο πλούσιος ιδιοκτήτης φοβούμενος την κατακραυγή της μικρής κοινωνίας της Άμφισσας, οδήγησε τη νεαρή υπηρέτρια στο υπόγειο του σπιτιού όπου και την κρέμασε. Στη συνέχεια επιχείρησε να εξαφανίσει όλα τα ίχνη της στυγνής δολοφονίας της κοπέλας, αλλά δεν τα κατάφερε, αφού διάφορα περίεργα περιστατικά έκαναν την εμφάνισή τους, με αποτέλεσμα η μονοκατοικία να χαρακτηριστεί στοιχειωμένη.

Κάποιοι κάνουν λόγο για τρομακτικές κραυγές της κοπέλας που βγαίνουν από τα υπόγεια του σπιτιού καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ένα κοριτσάκι κόβει βόλτες στα δωμάτια προκαλώντας τρόμο, άλλοι είναι σίγουροι πως τα έπιπλα αλλάζουν θέση μόνα τους ενώ το τηλέφωνο του σπιτιού χτυπάει χωρίς να είναι στην πρίζα! Αλήθεια ή ψέματα, κανείς δεν γνωρίζει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το σπίτι της οδού Γιδογιάννου έχει πλέον εγκαταλειφθεί και κανείς δεν θέλει να μείνει εκεί. Και όσοι προσπάθησαν να πλησιάσουν την πόρτα του λέγεται ότι έφυγαν τρέχοντας…