Η Ιστορία της Πορσελάνινης Κούκλας

0

Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι μια ιστορία βγαλμένη από την φαντασία και δεν έχει σκοπό να τρομοκρατήσει. Είναι η ιστορία μίας Πορσελάνινης κούκλας μίας κούκλας που μέσα της κρύβει μια εγκλωβισμένη ψυχή.

ΚούκλαΣτο νεοκλασικό μου σπίτι, ένα σπίτι που ποια οι γονείς μου μαζί με τον θείο μου έχουν πουλήσει, ένα σπίτι με ξύλινα πατώματα, ένα σπίτι που έμελε να γίνει μία ακόμα ιστορία από τις ιστορίες τρόμου.

Τέλος του 1890 το σπίτι αυτό ήταν ένα σχολείο για τα παιδία της εποχής. Για αρκετά χρόνια αποτελούσε ένα κέντρο πολιτισμού και εκπαίδευσης για τα παιδία αυτά. Ίσως να πήγαινε και η γιαγιά μου εκεί, δεν θέλω να πω κάτι λάθος λόγω του ότι η γιαγιά μου δεν είναι πια στην ζωή, όποτε θα αφήσω ένα πέπλο μυστηρίου σε αυτό το στοιχείο.

Μετά από αρκετά χρόνια το σχολείο σταμάτησε να λειτουργεί, πιθανότατα λόγο της εξάπλωσης της κωμόπολης ο χώρος δεν ήταν επαρκής για κάτι τέτοιο, έτσι το εν λόγο χτίσμα μετά από έναν άλλον αγοραστή πέρασε στα χέρια του παππού μου. Το σπίτι ήταν μεγάλη ευκαιρία πολύ μεγάλο και σε καλή τιμή. Ο παππούς μου δεν έχασε την ευκαιρία να το αγοράσει. Έτσι παντρεύτηκε την γιαγιά μου και έκαναν δύο αγόρια τον πατέρα μου και τον θείο μου.  Οι ζωές του κυλούσαν ομαλά και έτσι να παιδία μεγάλωσαν και έκαναν και αυτοί παιδία. Ένα από τα παιδία είμαι και εγώ, και αυτή είναι η ιστορία μου.

Όταν άρχισα να έχω τις πρώτες μου αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς μου και του παππού μου πάντα θυμάμαι να με διακατέχει μια παγωμάρα, θα μπορούσε να ήταν ο φόβος ενός παιδιού όμως πολλές φορές οι αλήθειες εμφανίζονται μόνο σε αυτούς που τις πιστεύουν.

Ένα βράδυ κοιμώμενος μαζί με τους γονείς μου σηκώθηκα γιατί δεν ήμουν πολύ καλά, θυμάμαι άνοιξα την πόρτα αυτού του δωματίου, ήταν σχεδόν σκοτεινά και είδα την κούκλα να γύρνα και να με κοιτά. Με κοίταξε το θυμάμαι… ορκίζομαι πως δεν έκανα λάθος… πιστεύω πως ήθελε να μάθω ότι ζει. Αμέσως έσπευσα στο κρεβάτι και πήρα αγκαλιά την μητέρα μου. Το πρωί είπα την ιστορία στον πατέρα μου. Όλοι γέλασαν. Μου είπαν πως μου φάνηκε και πως είναι από πλαστικό και δεν έχει ψυχή. Θυμάμαι που μου την σήκωσε η γιαγιά ψηλά λέγοντας πως είναι απλά μία κούκλα και τίποτα παραπάνω.

Μετά από εκείνη την βραδιά αλλάξαμε δωμάτιο, δεν ξέρω αν ο φόβος με είχε κυριεύσει αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Άκουγα βήματα. Οι γονείς μου, μου είπαν πως είναι παλιό το σπίτι και πως ο αέρας έκανε θόρυβο, όμως εγώ ήμουν σίγουρος πως κάτι παράξενο συνέβαινε στο σπίτι. Το πάτωμα έτριζε κάθε βράδυ σαν κάτι να περπατά. Ένοιωθα το στρώμα μου βαρύ και ο φόβος με διακατείχε.   

Με τα χρόνια εξαιτίας του θανάτου του παππού μου και της μεγάλης ηλικίας της γιαγιάς μου το σπίτι πουλήθηκε. Για πολλά χρόνια είχα ξεχάσει το τι είδα, το τι ένοιωσα. Ίσως αμφισβήτησα τον εαυτό μου, ώσπου μία μέρα σε μία αναπόληση της ζωής μας όταν ήμασταν μικροί οι μεσαία μου ξαδέλφη (μεγαλύτερη από εμένα) μου είπε για αυτήν την κούκλα. Τα λόγια της ήταν ακριβώς αυτά που φοβόμουν να ακούσω: «Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η κούκλα πάντα με τρόμαζε, όχι μόνο η κούκλα αλλά και το δωμάτιο, ήταν κρύο, ήταν ξένο, αισθανόμουν πως η κούκλα κάποιες φορές με κοιτούσε, μία μέρα όταν οι γονείς μου με άφησαν με την γιαγιά, την είδα να μου χαμογελά».

Την επόμενη μέρα άρχιζα να κατακλύζω τον πατέρα μου με ρωτήσεις για την κούκλα. Ο ίδιος την θυμόταν από μικρός εκεί. Πότε δεν ρώτησα ποιος την έφερε και γιατί μου είπε. Ποτέ δεν έγινε κάποια αναφορά σε αυτήν. Βουτηγμένος στην περιέργεια έψαξα όλες τις οικογενειακές μας φωτογραφίες, όμως εις μάτην καμία δεν περιείχε αυτήν κούκλα. Πως καμία φωτογραφία δε υπήρχε με αυτήν; Πως και γιατί αναπάντητα. Αυτή η κούκλα έκρυβε πολλά μυστικά, ήμουν πια σίγουρος.

Μετά από πίεση ζήτησα από τον πατέρα μου να επισκεφτούμε τον άνθρωπο που είχε νοικιάσει το σπίτι. Το σπίτι είχε αλλάξει ριζικά και τίποτα δεν θύμιζε το παλιό μας σπίτι. Το δωμάτιο με την κούκλα ήταν άδειο, ο ίδιος είπε πως δεν του άρεσε πολύ ο χώρος για υπνοδωμάτιο. Εγώ τον ρώτησα αν είχε δει την κούκλα. Ο ίδιος δεν θυμόταν. Μου είπε με βλέμμα αβέβαιο πως μάλλον την είχε κατεβάσει στην αποθήκη και πως δεν ταίριαζε στην αισθητική του χώρου. Χαμογελάσαμε και φύγαμε ασφαλώς αμήχανοι. Το βλέμμα του πατέρα μου ήταν επικριτικό με έντονη αμφισβήτηση όμως εγώ ήμουν σίγουρος κάτι υπήρχε.

Δεν ξέρω και δεν μπορώ να πω κάτι στα σίγουρα, αλλά έχω μία θεωρία πάνω σε αυτή την υπόθεση. Πιθανών η κούκλα να ήταν ένα παιχνίδι, ίσως ένα κοριτσίστικο παιχνίδι της εποχής. Ίσως για αυτό να μην ξέρουμε από πού ήρθε. Πολύ απλά υπήρχε πάντα στο σπίτι. Όπως ξέρουμε την εποχή εκείνη η διάρκεια ζωής ήταν μικρή, παιδία πέθαιναν σε μικρή ηλικία από ασθένειες που σήμερα γιατρεύονται από ένα αντιβιοτικό. Η ζωή στην επαρχία ήταν πολύ δύσκολη. Ίσως να ήταν μια μικρή κοπέλα που αγαπούσε απλά την κούκλα της και έμεινε για πάντα μέσα σε αυτή. Ίσως στοιχειώνουμε σε αυτά που αγαπάμε και δεν προλάβαμε να χαρούμε.  

Τώρα που μεγάλωσα δεν πιστεύω πια στα φαντάσματα, ίσως δεν ήθελε να μας κάνει κακό τελικά, ποτέ κανείς μας δεν έπαθε κάτι. Ίσως να ήταν ένα ακόμα κορίτσι σε αυτό το σπίτι που ήθελα να παίξει με τα παιχνίδια της. Ίσως να ήθελε απλά να παίξει με εμάς και να κάνει νέους φίλους.

Το σίγουρο είναι μόνο ένα… ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ.

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο της
σελίδας, Βασίλη Βασιλείου, για την ιστορία του!

Ο Εφιάλτης

1
Εκείνη την περίοδο είχε έρθει από το χωριό η γιαγιά και ο παππούς μου. Τους είχα παραχωρήσει το δωμάτιο μου και κοιμόμουν στον καναπέ-κρεβάτι που έχουμε στο σαλόνι. Το σκηνικό έχει ως εξής. Στο σαλόνι έχουμε ένα cd player με 5 cdιέρες. Έβαζα λοιπόν κάθε βράδυ είτε ραδιόφωνο, είτε 5 cds μέσα και έβαζα πρόγραμμα κάποια τραγούδια να παίξουν (έπαιζε το πρόγραμμα μέχρι το πρωί). Πέφτω να κοιμηθώ λοιπόν εκείνο το βράδυ έχοντας φτιάξει το πρόγραμμα μου και βλέπω το εξής όνειρο.
 Ήμουν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι σε ένα σχετικά μικρό δωμάτιο. Το κρεβάτι μου ήταν απέναντι από την πόρτα και υπήρχε και ένα δεύτερο κρεβάτι στο δωμάτιο δίπλα από την πόρτα. Ήμουν ανασηκωμένος και ακουμπούσα στους αγκώνες μου και στο άλλο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος κάποιος άλλος. Το κεφάλι του ήταν από την πλευρά της πόρτας και κοιτούσε προς τα μένα. Ήταν κ αυτός ανασηκωμένος και μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Από την πόρτα έμπαινε άπλετο λευκό φως και δεν μπορούσες να δεις εξαιτίας του τίποτα από έξω. Ήξερα ότι ήμουν σε όνειρο. Το διαισθανόμουν. Θυμάμαι να του λέω το εξής. «το ξέρεις ότι μπορώ να σε εξαφανίσω;» και μετά είπα κάτι σαν ξόρκι, σαν προσευχή. Και με την μία εξαφανίζεται το άλλο άτομο. Ένοιωσα εκείνη την στιγμή μια ευφορία. Μια δύναμη μέσα μου ότι μπορούσα να κάνω οτιδήποτε.
 Να πω εδώ ότι μόλις ξύπνησα μετά το όνειρο μου θυμόμουν τι του είχα πει. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πάρα πολύ όμορφο τετράστιχο που και εγώ ο ίδιος αναρωτήθηκα μα πως το επινόησα αυτό μες στον ύπνο μου. Δυστυχώς το πρωί που ξαναξύπνησα δεν θυμόμουν ούτε γραμμή από το τετράστιχο αυτό αλλά μόνο ότι ήταν καταπληκτικό.
Στην θέση του εμφανίστηκε από το πουθενά ένα άλλο άτομο. Καθόταν ακριβώς όπως καθόταν ο πρώτος αλλά σε αντίθεση με τον άλλον, το πρόσωπο του φαινόταν μαύρο. Μια σκιά. Δεν διέκρινες τίποτα από το πρόσωπο του άσχετα αν έμπαινε τόσο φως από την πόρτα. Τον ακούω να γελάει και να μου λέει «νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις αυτό και σε μένα; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», λέω πάλι εκείνο το τετράστιχο και δεν γίνεται τίποτα. Γελάει πάλι αυτός και με ξαναρωτάει με περισσότερη έμφαση «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Τότε λέει αυτός κάτι σαν προσευχή κάτι σαν το δικό μου και ξαφνικά νοιώθω τα πόδια μου να κόβονται και πετάγομαι από τον ύπνο μου. Πετάχτηκα τόσο πολύ που βρέθηκα σχεδόν καθιστός στα κατωπόδαρα του κρεβατιού. Ακριβώς εκείνη την στιγμή ακούω από το ράδιο την λέξη Lucifer. Περιττό να σας πω ότι χέστηκα πάνω μου. Το πρόγραμμα που είχα βάλει είχε διάρκεια περίπου 5 ώρες. Από όλα τα τραγούδια μόνο σε ένα ακουγόταν η λέξη Lucifer 2 φορές αν δεν απατώμαι. Πληροφοριακά το τραγούδι είναι Ιced Εarth – Danteʼs inferno.
Από εκείνη την νύχτα δεν ξαναείχα lucid dreaming ποτέ μου και για ένα πολύ μεγάλο διάστημα (περίπου 4 χρόνια αν δεν απατώμαι) δεν θυμάμαι να έβλεπα όνειρο και ακόμα και αν έβλεπα, το πρωί το είχα ξεχάσει.

Μαύρη Μαγεία

0

Ήταν μια σκοτεινή νύχτα. Η κοπέλα κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά. Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της. Κανείς δεν άνοιξε. Φοβήθηκε. Έτρεξε στην εκκλησία και χτύπησε την πόρτα.

-Πάτερ πάτερ, ανοίξτε μου!  Φώναξε.

Ο πάτερ της άνοιξε.

-Τι συνέβη τέκνον μου; Ρώτησε.

-Δεν ανοίγουν…  Πάμε μαζί…

Ανηφόρησαν προς το σπίτι. Διέρρηξαν την πόρτα. Αίματα παντού, το σπίτι σαν στοιχειωμένο. Φόβος περιφερόταν στην ατμόσφαιρα. Πάνω στο τραπεζάκι μια πεντάλφα. Ο παπάς άρχισε να λέει μια προσευχή. Η κοπέλα βγήκε έξω. Ήξερε πολύ καλά τι θα συμβεί…

H Χριστίνα είχε μόλις γυρίσει από Ιταλία. Φήμες στο χωρίο έλεγαν πώς ο μικρός αδελφός της είχε αρχίσει να ασχολείται με την μαύρη μαγεία. Φυσικά δεν το πίστεψε. Όταν μπήκε στο σπίτι της κατάλαβε…  Ενώ το σαλόνι ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει, το δωμάτιο του αδελφού της είχε κάτι το περίεργο, το διαφορετικό… Προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει αλλά ο αδερφός της ήταν επιθετικός και απότομος… Μέτα από ένα “περίεργο” βράδυ η μητέρα της αρρώστησε. Η Χριστίνα κατηγόρησε τον αδερφό της. Μάλλον είχε δίκιο..  Η κατάσταση στο σπίτι γινόταν ανυπόφορη. Άρχισε να μένει στο σπίτι μιας θείας. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον..

Την προηγούμενη μέρα έμαθε από έναν φίλο του αδερφού της πώς ο αδερφός της ετοίμαζε μια θυσία και της πρότεινε να συμμετέχει… Πέρασε όλη την μέρα στο σπίτι της ευχόμενη να ξεχάσει αυτές τις βλακείες ο αδερφός της… Μέχρι που όταν κοιμήθηκε η μάνα τους, ο αδελφός της της  είπε πως αρχίζουν… Έφυγε τρέχοντας να ειδοποιήσει  τον παπά του χωρίου. Έγειρε στον τοίχο… Μια σκιά την πλησίασε. Ο παπάς την βρήκε νεκρή… Άγνωστη λόγοι είπαν οι γιατροί…

Η κηδεία έγινε μαζί με την κηδεία της μητέρας της, της οποίας το πτώμα βρήκαν κατακρεουργημένο εκείνο το βράδυ, μαζί με το πτώμα μιας άγνωστης κοπέλας. Από τον αδελφό της βρήκαν μόνο το δεξί του χέρι, και ο φίλος του που συμμετείχε στη «θυσία» εξαφανίστηκε.

Κανένας δεν έμεινε ξανά στο σπίτι. Λογικό, αφού υπήρχαν παντού αίματα και χαραγμένες πεντάλφες. Φήμες λένε ότι στο σπίτι υπάρχουν φαντάσματα, και συγκεκριμένα το φάντασμα του αδελφού που δεν βρέθηκε το σώμα του..

Επίσκεψη μέσα στο Σκοτάδι

0

Είχα πάει διακοπές πριν 2 χρόνια στη Θεσσαλονίκη ένα 3ήμερο με το φίλο μου και όλα κυλούσαν πολύ ήρεμα. Ηρεμία και απόλυτη χαλάρωση. Έτσι ακριβώς ήταν και το πρώτο βράδυ, όχι όμως και το δεύτερο! Ενώ κοιμόμουν νιώθω ένα σκούντημα και όπως είναι λογικό θεώρησα ότι με σκούντηξε ο φίλος μου. Δυστυχώς για μένα δεν ήταν αυτός. Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου έναν άνδρα μεγάλο σε ηλικία-γύρω στα 60-70 και με κοιτούσε πολύ επίμονα! Δεν κινούταν απλώς με κοιτούσε με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Ξύπνησα το φίλο μου και τον είδε και εκείνος και ανάψαμε το φως. Έφυγε αφού μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα τι ακριβώς γλώσσα ήταν αλλά είχαμε τρομάξει πάρα πολύ με αποτέλεσμα στη μέση της νύχτας να σηκωθούμε και να φύγουμε.

Ο Θρύλος του δαίμονα

0

Τοποθεσία:Γραφικό χωριό της Βορείου Ελλάδας και συγκεκριμένα Μακεδονίας.
Σκηνικό:Υπάρχει ο θρύλος ότι εμφανίζεται κάποιος δαίμονας σε παρέες.Μια παρέα δύο ατόμων λοιπόν, δεν δίνει σημασία και μια νύχτα με αεράκι οι δυο φίλοι ξεκινάνε για μια βόλτα με το αυτοκίνητο ενώ διακομωδούν τον εν λόγω θρύλο λέγοντας για γεροντίστικες ******ίες.Περνάνε από το εν λόγω σημείο ώρα λίγο μετά τη 1.Ξαφνικά ο οδηγός θέλοντας να κάνει πλάκα στο φίλο του,του λέει ότι πίσω τυς έχει εμφανιστεί ο δαίμονας και με σοβαρό και έντρομο ύφος,του λέει ότι δεν πρέπει να γυρίσει να δει. Όπως ήταν φυσικό,ο φίλος του γυρνάει,κοιτάει, βγάζει μια κραυγή και γυρνάει μπροστά του χωρίς να ξαναμιλήσει. Ο οδηγός τώρα,ενώ νόμιζε ότι ο φίλος του απλά συνεχίζει την πλάκα μετά από ένα σημείο αρχίζει και ανησυχεί. όταν σιγουρεύεται ότι ο φίλος του δεν του κάνει πλάκα και ότι δεν πρόκειται να του μιλήσει,αποφασίζει να κοιτάξει με τον καθρέφτη στις πίσω θέσεις(όπως έλεγε και ο θρύλος ότι εμφανιζόταν) και με τρόμο αντικρύζει δύο φλεγόμενα κόκκινα μάτια να τον κοιτάζουν.Με μεγάλη ταραχή,καταφέρνει να οδηγήσει το αυτοκινητό του στο εκκλησάκι του χωριού,στου οποίου το προάβλιο παραμένει μέχρι το πρωί μέσα στο αυτοκίνητό του με την παρέα του αποσβολομένου φίλου του και τα δυο φλεγόμενα μάτια. Το πρωί που εξαφανίστηκαν τα μάτια και ήρθαν οι παπάδες,μπήκε μέσα στην εκκλησία και έμεινε για ώρες εκεί ενώ ο φίλος του δεν ξαναμίλησε ποτέ και δεν αντιδρά στο περιβάλλον..

Μόνος Στο Σπίτι!

0

Τα γεγονότα έχουν συμβεί πριν 17 χρόνια, και είναι νωπά ακόμα στις μνήμες όσων το έχουν ζήσει που κατέφυγαν ως και σε φάρμακα για να τα αποβάλουν από το μυαλό τους. Τα πρόσωπα έχουν αλλαχτεί για ευνόητους λόγους. H ιστορία είχε γίνει στην Αμερική στο Σαν Φρανσίσκο.

Ήταν Μάρτιος του 1991 και το παντρεμένο ζευγάρι με το όνομα Τζορτζ και Μάρθα ήταν έτοιμοι να βγουν για φαγητό με τον πρόεδρο της εταιρίας που δούλευε ο Τζορτζ. Είχαν στολιστεί και ετοιμαστεί και περίμεναν ένα πράγμα. Την νταντά που προσλάμβανε για να προσέχει τον οκτάχρονο γιο τους Μάρτιν. Η ώρα περνούσε και η νταντά αργούσε να έρθει. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο και η νταντά ήταν στην άλλη γραμμή. Η νταντά τους είχε πει πώς θα αργούσε και άλλο επειδή ήταν στο γιατρό με τη θεια της και έπρεπε να μείνει. Οι γονείς δεν ήξεραν τι να κάνουν μιας και δεν ήθελαν να χάσουν το δείπνο επειδή ήταν σημαντικό. Ο Μάρτιν που κατάλαβε τι έγινε, είπε στην μαμά του να μην ανησυχεί και πως θα μπορούσαν να φύγουν αφού κλείδωνε ο ίδιος καλά τη πόρτα και θα περίμενε την νταντά να έρθει. Θα πρόσεχε πολύ. Η μητέρα δεν ήθελε αλλά ο γιος της ήταν τόσο πειστικός που τους έπεισε τελικά. Το ζευγάρι αποχώρισε από το σπίτι και ο Μάρτιν αφού κλείδωσε καλά τη πόρτα, πήγε στην κουζίνα όπου έβγαλε από το ψυγείο μια σακούλα με ποπ κορν, τα γέμισε σε ένα μεγάλο μπολ και έβαλε στο ποτήρι του κόκα κόλα. Πήγε στο σαλόνι, άνοιξε τη τηλεόραση και ήταν έτοιμος να απολαύσει το θρίλερ που έπαιζε, μέχρι να ερχόταν η νταντά όπου και αναγκαστικά θα πήγαινε στο δωμάτιο του. Η ώρα πέρασε και άλλο, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ήταν απλά καταιγίδα που ξέσπασε ξαφνικά, και άρχισε στο λεπτό να βρέχει μανιωδώς. Ο Μάρτιν συνέχιζε να βλέπει τηλεόραση, μέχρι που έγινε το χειρότερο. Η καταιγίδα ήταν τόσο ισχυρή που έπεσαν τα φωτά του σπιτιού και της γειτονιάς. Η τηλεόραση έκλεισε, και ο Μάρτιν περίμενε τώρα την νταντά να έρθει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Όταν μέσα στο σκοτάδι ακούστηκε μια φωνή να λέει, “Για, θέλεις να παίξουμε; θέλεις να παίξουμε κρυφτο;”. Ο Μαρτίν τρόμαξε. Δεν άκουσε κανέναν θόρυβο από κάποιον να μπαίνει στο σπίτι, και η πόρτα ήταν καλά κλειδωμένη, καθώς και τα παράθυρα. Η φωνή ήταν παιδική και ενός μικρού κοριτσιού. Ξανακούστηκε πιο έντονα αυτή τη φορά. “Θες να παίξουμε; θες να παίξουμε; θες να παίξουμε;”. Ο Μάρτιν πανικοβλήθηκε. Προσπάθησε να μην κλάψει, κράτησε τις δυνάμεις του, πέταξε κάτω τα ποπ κορν και την κόκα κόλα, και μη κάνοντας άλλο θόρυβο, κατευθυνόταν με αργά βήματα στο δωμάτιο του. Μπήκε στο δωμάτιο και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Περίμενε την νταντά. Η ώρα πέρασε και η φωνή δεν ακουγόταν άλλο. Ο Μάρτιν ήταν ακόμα τρομαγμένος, μέχρι που χτύπησε η πόρτα. Αμέσως σκέφτηκε πως ήταν η νταντά που τελικά ήρθε. Βγήκε από το κρεβάτι του, άνοιξε την πόρτα σιγά σιγά, και πήγαινε προς την εξώπορτα. Όταν η φωνή ξανακούστηκε αλλά αυτή την φορά δυνατά, “έλα να παίξουμε, έλα να παίξουμε”. ο Μάρτιν γύρισε πίσω το κεφάλι του και είδε…….. και άρχισε να ουρλιάζει. Η νταντά που άκουσε τις κραυγές με την βοήθεια των γειτόνων έσπασε τη πόρτα και βρήκε το παιδί στο πάτωμα μη μπορώντας να αναπνεύσει. Αμέσως κάλεσε ασθενοφόρο και πήγαν στο νοσοκομείο, όπου έφτασαν και οι γονείς εκεί έντρομοι. Μετά από μέρες και αφού οι γιατροί προσπαθούσαν να δουν τι φόβισε το παιδί τόσο πολύ, Ο Μάρτιν έβγαλε μόνο μια φράση από το στόμα του, “δεν έχει πρόσωπο, δε έχει πρόσωπο”. Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε, και 2 χρόνια μετά ήταν υπό την ιατρική περίθαλψη γιατρών και ψυχολόγων. Οι γονείς ποτέ δεν έμαθαν τι είχε συμβεί. Παρά μόνο 8 μήνες αργότερα πολλοί στη γύρω περιοχή άρχισαν να κάνουν εικασίες για ένα παλιό εργοστάσιο εγκαταλειμμένο. Η ιστορία έλεγε πώς το 1950 κάτι παιδιά είχαν μπει κρυφά μέσα για να παίξουν κρυφτό. Τότε ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά και τα παιδιά χωρίς τη βοήθεια κανενός εγκλωβίστηκαν μέσα και κάηκαν ζωντανά. Μάλιστα τα πτώματα ήταν τόσο καμένα που σόκαραν και τον ίδιο τον ιατροδικαστή. Από τότε έλεγαν πολλοί για περίεργα πράγματα που συνέβαιναν στο εργοστάσιο μιας και δεν ξανακτίστηκε. Δυο παιδιά που πήγαν εκεί περά βράδυ, άκουγαν γέλια και φωνές να ακούγονται από μέσα και φυσικά το βαλαν στα πόδια. Ο Μάρτιν δεν ξαναμίλησε παρά μόνο στα 22 του χρόνια και με τη βοήθεια ύπνωσης εκμυστηρεύτηκε τι του συνέβη. Η υπόθεση είναι ακόμα ανοιχτή.

Ζόμπι

0

Ο Ντάνι θυμάται τη νύχτα εκείνη που αποφάσισε να πάει στο δάσος, με νωπές ακόμα τις μνήμες από το χαμό του καλύτερού του φίλου. Αφού έφτασε, κάθισε και για αρκετή ώρα περισυλλογιζόταν, δίχως να μπορεί όμως να βρει γαλήνη στη σκέψη του. Αυτό, μέχρι τη στιγμή που ξεπρόβαλε ξαφνικά μια παρουσία μέσα από τους θάμνους. Η μορφή παρέπεμπε στο παρουσιαστικό του φίλου του. Του ίδιου φίλου που του έλειπε. Του ίδιου φίλου που τόσο πολύ αγαπούσε. Του ίδιου φίλου που θρηνούσε. Το «πλάσμα» τον πλησίασε με αργό και μηχανικό τρόπο.

Ο Ντάνι σάστισε και έμεινε ακίνητος. Τα συναισθήματά του αντικρουόμενα. Κάθε βήμα που έφερνε αυτήν την άγνωστη και απόκοσμη φιγούρα όλο και πιο κοντά, του δημιουργούσε ευφορία και συνάμα ανατριχίλα. Όταν η απόσταση μεταξύ τους μηδενίστηκε, ο Ντάνι άρχισε να παρατηρεί. Παρατηρούσε σιωπηλός, αλλά μέσα του έβραζε. Του ερχόταν να ουρλιάξει, αλλά η καρδιά του δεν τον άφηνε. Τρομολαγνεία και ευτυχία, δυο συναισθήματα τόσο αντικρουόμενα που τη δεδομένη στιγμή είχαν γίνει ένα.

Ο καλύτερός του φίλος βρισκόταν εκεί μπροστά του, όμως δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Δεν ήταν καν το ίδιο πλάσμα. Δεν ήταν ζωντανός, δεν ήταν νεκρός. Ήταν κάτι ανάμεσα και στα δυο. Ένα αποκύημα όχι της φαντασίας, αλλά μιας φριχτής αλήθειας που ο ανθρώπινος νους δε δύναται να δεχτεί.