Η Μάσκα

1

 

Καποτε στα πολυυυ παλια χρονια υπηρχε ένα κοριτσι!!
Το κοριτσι αυτό φοβοταν τα παντα!!
Τη μερα του halloween το σχολειο το μεσημερι οι φιλοι της
της εκαναν μια  φαρσα!!Αυτή νευριασε τοσο που πηγε πιο κατω σε ένα
μαγαζι με μασκες και αγορασε μια!!!Βεβαια ο μαγαζάτορας ηταν ‘τρελος’
Και ειχε ένα δωματιο με απαγορευμένες μασκες πωλησης!!!Το κοριτσακι πηγε εκει κατω και πηρε την πιο τρομακτικη του μαγαζιου αλλα δεν ηξερε τι μασκα ηταν!
Όταν την ειδε ο κυριος του μαγαζιου της ειπε ασε την μασκα και φυγε αλλα αυτή την πηρε και ετρεξε!!Αφου εφτασε σπιτι αφησε τη μασκα στο γραφειο της και πηγε να ετοιμαστεί!!εβαλε αυτό το μακρυ τελως παντων που φοραει ο χαρος και υστερα εβαλε τη μασκα!!Πηρε το καλαθι της και βγηκε εξω!!!Αφου ειχε μαζεψει ηδη παρα πολα γλυκα βαρεθηκε και πηγε να φυγει αλλα θυμιθηκε κατι!!!Πηγε στο νεκροταφιο για να τρομαξει τους φιλους της που προηγούμενος της εκαναν φαρσα αφου τελειωσε και με αυτό οηγε σπιτι να αλλαξει πηγε να βγαλει τη μασκα αλλα δεν μπορεσε πηγε να την ξαναβγαλει αλλα παλι δεν μπορεσε Τοτε θυμιθηκε τα λογια του ‘τρελου’ πηγε εκει και της εδωσε ένα γριφο ο γριφος ελεγε κατι για νεκροταφιο και αληθινο προσωπο αφου καταλαβε τι επρεπε να κανει πηγε στο νεκροταφειο και φωναξε δυνατα 3-4 φορες <<ΕΙΜΑΙ Η ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ>> ετσι την ελεγαν η μασκα βγηκε και την εθαψε στο χωμα για παντα η Μαργκαρετ από τοτε δεν τρομαζε με τιποτα!!!

Από την φίλη μας Αναστασία!
Ευχαριστούμε πολύ!

 

Advertisements

Ζόμπι

0

Ο Ντάνι θυμάται τη νύχτα εκείνη που αποφάσισε να πάει στο δάσος, με νωπές ακόμα τις μνήμες από το χαμό του καλύτερού του φίλου. Αφού έφτασε, κάθισε και για αρκετή ώρα περισυλλογιζόταν, δίχως να μπορεί όμως να βρει γαλήνη στη σκέψη του. Αυτό, μέχρι τη στιγμή που ξεπρόβαλε ξαφνικά μια παρουσία μέσα από τους θάμνους. Η μορφή παρέπεμπε στο παρουσιαστικό του φίλου του. Του ίδιου φίλου που του έλειπε. Του ίδιου φίλου που τόσο πολύ αγαπούσε. Του ίδιου φίλου που θρηνούσε. Το «πλάσμα» τον πλησίασε με αργό και μηχανικό τρόπο.

Ο Ντάνι σάστισε και έμεινε ακίνητος. Τα συναισθήματά του αντικρουόμενα. Κάθε βήμα που έφερνε αυτήν την άγνωστη και απόκοσμη φιγούρα όλο και πιο κοντά, του δημιουργούσε ευφορία και συνάμα ανατριχίλα. Όταν η απόσταση μεταξύ τους μηδενίστηκε, ο Ντάνι άρχισε να παρατηρεί. Παρατηρούσε σιωπηλός, αλλά μέσα του έβραζε. Του ερχόταν να ουρλιάξει, αλλά η καρδιά του δεν τον άφηνε. Τρομολαγνεία και ευτυχία, δυο συναισθήματα τόσο αντικρουόμενα που τη δεδομένη στιγμή είχαν γίνει ένα.

Ο καλύτερός του φίλος βρισκόταν εκεί μπροστά του, όμως δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος. Δεν ήταν καν το ίδιο πλάσμα. Δεν ήταν ζωντανός, δεν ήταν νεκρός. Ήταν κάτι ανάμεσα και στα δυο. Ένα αποκύημα όχι της φαντασίας, αλλά μιας φριχτής αλήθειας που ο ανθρώπινος νους δε δύναται να δεχτεί.

Ένα Στοίχημα..Θανάτου

1

Ήταν μια φορά 3 φίλοι που πέρασαν μεσάνυχτα έξω από το νεκροταφείο… Τότε αποφάσισαν να βάλουν ένα στοίχημα για να δουν πόσο ”γενναίοι” είναι. Αποφάσισαν λοιπόν να μπουν στο νεκροταφείο ένας-ένας, να περάσουν απ όλους τους τάφους, και να ξαναγυρίσουν. Παρόλο που οι δυο δεν είχαν κανένα πρόβλημα, ο τρίτος είχε αρχίσει να τρομάζει και μόνο στην ιδέα ότι θα έμπαινε νύχτα στο νεκροταφείο! Στο φόβο όμως μην τον κοροιδεύσουν οι υπόλοιποι δέχτηκε, με την προϋπόθεση να μπει τελευταίος… Έτσι κι έγινε! Μπήκε αρχικά ο ένας απ την παρέα, και σε περίπου 10 λεπτά βγήκε απ το νεκροταφείο! Το ίδιο έγινε και με τον δεύτερο! Και τώρα ήταν η σειρά του 3ου της παρέας, ο οποίος είχε αρχίσει να τρέμει απ το φόβο του, καταλαβαίνοντας πως ήταν η σειρά του να μπει… Οι φίλοι του όμως δεν πίστεψαν ότι θα άντεχε τη δοκιμασία και για να βεβαιωθούν ότι θα έφτανε και στον τελευταίο τάφο, του έδωσαν ένα μαχαίρι. ”Αυτό το μαχαίρι θα το καρφώσεις στον τελευταίο τάφο” του είπαν. ”Έπειτα θα μπούμε εμείς και βλέποντάς το καρφωμένο εκεί, θα καταλάβουμε ότι όντως έκανες αυτό που συμφωνήσαμε”…
Τελικά, μπήκε μέσα στο νεκροταφείο, πέρασε απ όλους τους τάφους, ώσπου έφτασε στον τελευταίο… Καρφώνει τρεμάμενος και βιαστικός το μαχαίρι και γυρνάει για να φύγει τρέχοντας! Όμως γυρίζοντας, κάτι σαν χέρι τον κρατάει απ την μπλούζα του, εμποδίζοντάς τον να φύγει! Και τότε, κατατρομαγμένος όπως είναι φυσικό, πεθαίνει    από  ανακοπή καρδιάς…
Οι δυο φίλοι του που τον περίμεναν απ έξω, άρχισαν να ανησυχούν καθώς είχε περάσει ήδη πολύ ώρα. Αναρωτιόνταν τι μπορούσε να του έχει συμβεί! Φοβισμένοι κι αυτοί, παίρνουν την απόφαση να μπουν στο νεκροταφείο και να τον αναζητήσουν. Αφού έψαξαν όλους σχεδόν τους τάφους, φτάνουν στον τελευταίο!
Και βλέπουν τον φίλο τους νεκρό…και το μαχαίρι που κάρφωσε στον τάφο, να έχει πιαστεί από την μπλούζα του…

Η Καμπάνα Χτύπησε 3 Φορές

1

Ήταν Ανάσταση και ήμασταν στο εξοχικό της πεθεράς του αδερφού μου. Γύρω στις 4 το πρωί καθόμασταν εγώ, ο αδερφός μου και η γυναίκα του στην αυλή καθώς δεν μας κολλούσε ύπνος. Κάποια στιγμή λέγαμε για ιστορίες που έχουν ακούσει για την περιοχή. Ξέχασα να πω πως το σπίτι βρίσκεται σε ένα βουνό (όνομα περιοχής δεν θυμάμαι) μαζί με άλλα 6 σπίτια. Σε κάποια φάση είπαμε να πάρουμε τους φακούς και να πάμε μια βόλτα να ξεμουδιάσουμε. Χωρίς να το καταλάβουμε είχαμε απομακρυνθεί αρκετά από το σπίτι. Η γυναίκα του αδερφού μου είπε κάτι που εκείνη την στιγμή δεν ήθελα να ακούσω, πλησιάζαμε στο νεκροταφείο. Υπήρχε μόνο μια λάμπα που φώτιζε τον δρόμο. Από ένα σημείο και μετά ήταν εντελώς σκοτάδι. Ήθελα να κάνω τον έξυπνο και πρότεινα να συνεχίσουμε με τους φακούς. Τους ανάψαμε και προχωρήσαμε. Σε κάποια φάση είχε μια στροφή και γύρω μας πυκνοί θάμνοι. Με το που στρίψαμε το αίμα μου πάγωσε. Στα 200 μέτρα ήταν το νεκροταφείο. Δεν ξέρω γιατί φοβήθηκα τόσο (στην αρχή). Μάλλον αυτή η ησυχία και η θέα με τα καντηλάκια να τρεμοπαίζουν. Αυτό όμως δεν ήταν τίποτα. Ο αδερφός μου με κορόιδευε που τρόμαξα. Α ξέχασα να πω πως ο αδερφός μου είχε τότε μια σκυλίτσα την Ντέζη. Αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω. Ξαφνικά η Ντέζη άρχισε να κοιτάει προς την μεριά του νεκροταφείου και να γρυλίζει. Το αίμα μας πάγωσε. Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε 3 φορές. Φωτίσαμε με τους φακούς το καμπαναριό όμως δεν είδαμε κάτι. Το βάλαμε στα πόδια και φτάσαμε στο σπίτι. Την άλλη μέρα το απόγευμα πήγαμε πάλι εκεί. Όμως αυτό που είδαμε μας έκανε να τρομάξουμε πιο πολύ. Το καμπαναριό είχε καταστραφεί τρεις εβδομάδες πριν, από έναν σεισμό που είχε γίνει. Από τότε, όταν ακούω καμπάνα μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η νύχτα.