Η Ιστορία της Πορσελάνινης Κούκλας

0

Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι μια ιστορία βγαλμένη από την φαντασία και δεν έχει σκοπό να τρομοκρατήσει. Είναι η ιστορία μίας Πορσελάνινης κούκλας μίας κούκλας που μέσα της κρύβει μια εγκλωβισμένη ψυχή.

ΚούκλαΣτο νεοκλασικό μου σπίτι, ένα σπίτι που ποια οι γονείς μου μαζί με τον θείο μου έχουν πουλήσει, ένα σπίτι με ξύλινα πατώματα, ένα σπίτι που έμελε να γίνει μία ακόμα ιστορία από τις ιστορίες τρόμου.

Τέλος του 1890 το σπίτι αυτό ήταν ένα σχολείο για τα παιδία της εποχής. Για αρκετά χρόνια αποτελούσε ένα κέντρο πολιτισμού και εκπαίδευσης για τα παιδία αυτά. Ίσως να πήγαινε και η γιαγιά μου εκεί, δεν θέλω να πω κάτι λάθος λόγω του ότι η γιαγιά μου δεν είναι πια στην ζωή, όποτε θα αφήσω ένα πέπλο μυστηρίου σε αυτό το στοιχείο.

Μετά από αρκετά χρόνια το σχολείο σταμάτησε να λειτουργεί, πιθανότατα λόγο της εξάπλωσης της κωμόπολης ο χώρος δεν ήταν επαρκής για κάτι τέτοιο, έτσι το εν λόγο χτίσμα μετά από έναν άλλον αγοραστή πέρασε στα χέρια του παππού μου. Το σπίτι ήταν μεγάλη ευκαιρία πολύ μεγάλο και σε καλή τιμή. Ο παππούς μου δεν έχασε την ευκαιρία να το αγοράσει. Έτσι παντρεύτηκε την γιαγιά μου και έκαναν δύο αγόρια τον πατέρα μου και τον θείο μου.  Οι ζωές του κυλούσαν ομαλά και έτσι να παιδία μεγάλωσαν και έκαναν και αυτοί παιδία. Ένα από τα παιδία είμαι και εγώ, και αυτή είναι η ιστορία μου.

Όταν άρχισα να έχω τις πρώτες μου αναμνήσεις από το σπίτι της γιαγιάς μου και του παππού μου πάντα θυμάμαι να με διακατέχει μια παγωμάρα, θα μπορούσε να ήταν ο φόβος ενός παιδιού όμως πολλές φορές οι αλήθειες εμφανίζονται μόνο σε αυτούς που τις πιστεύουν.

Ένα βράδυ κοιμώμενος μαζί με τους γονείς μου σηκώθηκα γιατί δεν ήμουν πολύ καλά, θυμάμαι άνοιξα την πόρτα αυτού του δωματίου, ήταν σχεδόν σκοτεινά και είδα την κούκλα να γύρνα και να με κοιτά. Με κοίταξε το θυμάμαι… ορκίζομαι πως δεν έκανα λάθος… πιστεύω πως ήθελε να μάθω ότι ζει. Αμέσως έσπευσα στο κρεβάτι και πήρα αγκαλιά την μητέρα μου. Το πρωί είπα την ιστορία στον πατέρα μου. Όλοι γέλασαν. Μου είπαν πως μου φάνηκε και πως είναι από πλαστικό και δεν έχει ψυχή. Θυμάμαι που μου την σήκωσε η γιαγιά ψηλά λέγοντας πως είναι απλά μία κούκλα και τίποτα παραπάνω.

Μετά από εκείνη την βραδιά αλλάξαμε δωμάτιο, δεν ξέρω αν ο φόβος με είχε κυριεύσει αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Άκουγα βήματα. Οι γονείς μου, μου είπαν πως είναι παλιό το σπίτι και πως ο αέρας έκανε θόρυβο, όμως εγώ ήμουν σίγουρος πως κάτι παράξενο συνέβαινε στο σπίτι. Το πάτωμα έτριζε κάθε βράδυ σαν κάτι να περπατά. Ένοιωθα το στρώμα μου βαρύ και ο φόβος με διακατείχε.   

Με τα χρόνια εξαιτίας του θανάτου του παππού μου και της μεγάλης ηλικίας της γιαγιάς μου το σπίτι πουλήθηκε. Για πολλά χρόνια είχα ξεχάσει το τι είδα, το τι ένοιωσα. Ίσως αμφισβήτησα τον εαυτό μου, ώσπου μία μέρα σε μία αναπόληση της ζωής μας όταν ήμασταν μικροί οι μεσαία μου ξαδέλφη (μεγαλύτερη από εμένα) μου είπε για αυτήν την κούκλα. Τα λόγια της ήταν ακριβώς αυτά που φοβόμουν να ακούσω: «Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτή η κούκλα πάντα με τρόμαζε, όχι μόνο η κούκλα αλλά και το δωμάτιο, ήταν κρύο, ήταν ξένο, αισθανόμουν πως η κούκλα κάποιες φορές με κοιτούσε, μία μέρα όταν οι γονείς μου με άφησαν με την γιαγιά, την είδα να μου χαμογελά».

Την επόμενη μέρα άρχιζα να κατακλύζω τον πατέρα μου με ρωτήσεις για την κούκλα. Ο ίδιος την θυμόταν από μικρός εκεί. Πότε δεν ρώτησα ποιος την έφερε και γιατί μου είπε. Ποτέ δεν έγινε κάποια αναφορά σε αυτήν. Βουτηγμένος στην περιέργεια έψαξα όλες τις οικογενειακές μας φωτογραφίες, όμως εις μάτην καμία δεν περιείχε αυτήν κούκλα. Πως καμία φωτογραφία δε υπήρχε με αυτήν; Πως και γιατί αναπάντητα. Αυτή η κούκλα έκρυβε πολλά μυστικά, ήμουν πια σίγουρος.

Μετά από πίεση ζήτησα από τον πατέρα μου να επισκεφτούμε τον άνθρωπο που είχε νοικιάσει το σπίτι. Το σπίτι είχε αλλάξει ριζικά και τίποτα δεν θύμιζε το παλιό μας σπίτι. Το δωμάτιο με την κούκλα ήταν άδειο, ο ίδιος είπε πως δεν του άρεσε πολύ ο χώρος για υπνοδωμάτιο. Εγώ τον ρώτησα αν είχε δει την κούκλα. Ο ίδιος δεν θυμόταν. Μου είπε με βλέμμα αβέβαιο πως μάλλον την είχε κατεβάσει στην αποθήκη και πως δεν ταίριαζε στην αισθητική του χώρου. Χαμογελάσαμε και φύγαμε ασφαλώς αμήχανοι. Το βλέμμα του πατέρα μου ήταν επικριτικό με έντονη αμφισβήτηση όμως εγώ ήμουν σίγουρος κάτι υπήρχε.

Δεν ξέρω και δεν μπορώ να πω κάτι στα σίγουρα, αλλά έχω μία θεωρία πάνω σε αυτή την υπόθεση. Πιθανών η κούκλα να ήταν ένα παιχνίδι, ίσως ένα κοριτσίστικο παιχνίδι της εποχής. Ίσως για αυτό να μην ξέρουμε από πού ήρθε. Πολύ απλά υπήρχε πάντα στο σπίτι. Όπως ξέρουμε την εποχή εκείνη η διάρκεια ζωής ήταν μικρή, παιδία πέθαιναν σε μικρή ηλικία από ασθένειες που σήμερα γιατρεύονται από ένα αντιβιοτικό. Η ζωή στην επαρχία ήταν πολύ δύσκολη. Ίσως να ήταν μια μικρή κοπέλα που αγαπούσε απλά την κούκλα της και έμεινε για πάντα μέσα σε αυτή. Ίσως στοιχειώνουμε σε αυτά που αγαπάμε και δεν προλάβαμε να χαρούμε.  

Τώρα που μεγάλωσα δεν πιστεύω πια στα φαντάσματα, ίσως δεν ήθελε να μας κάνει κακό τελικά, ποτέ κανείς μας δεν έπαθε κάτι. Ίσως να ήταν ένα ακόμα κορίτσι σε αυτό το σπίτι που ήθελα να παίξει με τα παιχνίδια της. Ίσως να ήθελε απλά να παίξει με εμάς και να κάνει νέους φίλους.

Το σίγουρο είναι μόνο ένα… ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ.

Ευχαριστούμε πολύ τον φίλο της
σελίδας, Βασίλη Βασιλείου, για την ιστορία του!

Advertisements

1..2 Τα σκαλάκια πηδώ..

1

Κάποτε πολύ παλιά υπήρχε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μαρία. Η Μαρία ήταν πολύ όμορφη! Την παραμονή των Χριστουγέννων είδε μια πολύ όμορφη κουκλίτσα που την ονόμασε Στεφανη!
Καθώς όμως μεγάλωνε την είχε βαρεθεί και τη χάρισε σε ένα μικρο κοριτσάκι.Την επόμενη μέρα το κοριτσάκι βρέθηκε νεκρό στο κρεβάτι του και δίπλα στο παιδάκι η Στεφανη  γεμάτη αίμα και στον τοίχο έγραφε με αίμα “Μαρία έρχομαι για σένα. Η Μαρία φοβήθηκε  και εκείνη τη νύχτα άκουσε βήματα στις σκάλες “1….2 τα σκαλάκια πηδώ, 2…..3 έρχομαι να σε βρω, 3……4 τελευταίο σκαλί, 4……5 έφτασε η Στεφανη και έρχεται να σε σκοτώσει!” Η Μαρία σηκώθηκε και πήρε την κούκλα αγκαλιά και τότε η κούκλα έβγαλε ένα μαχαίρι και της το κάρφωσε στην πλάτη. Η Μαρία έπεσε κάτω και το μαχαίρι πέρασε από μέσα της. Η Στεφανη εκείνη τη νύχτα εξαφανίστηκε, και δεν την ξαναείδε ποτέ κάνεις!

Από φίλη της σελίδας μας!
Την ευχαριστούμε πολυ!

Ο Εφιάλτης

1
Εκείνη την περίοδο είχε έρθει από το χωριό η γιαγιά και ο παππούς μου. Τους είχα παραχωρήσει το δωμάτιο μου και κοιμόμουν στον καναπέ-κρεβάτι που έχουμε στο σαλόνι. Το σκηνικό έχει ως εξής. Στο σαλόνι έχουμε ένα cd player με 5 cdιέρες. Έβαζα λοιπόν κάθε βράδυ είτε ραδιόφωνο, είτε 5 cds μέσα και έβαζα πρόγραμμα κάποια τραγούδια να παίξουν (έπαιζε το πρόγραμμα μέχρι το πρωί). Πέφτω να κοιμηθώ λοιπόν εκείνο το βράδυ έχοντας φτιάξει το πρόγραμμα μου και βλέπω το εξής όνειρο.
 Ήμουν ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι σε ένα σχετικά μικρό δωμάτιο. Το κρεβάτι μου ήταν απέναντι από την πόρτα και υπήρχε και ένα δεύτερο κρεβάτι στο δωμάτιο δίπλα από την πόρτα. Ήμουν ανασηκωμένος και ακουμπούσα στους αγκώνες μου και στο άλλο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος κάποιος άλλος. Το κεφάλι του ήταν από την πλευρά της πόρτας και κοιτούσε προς τα μένα. Ήταν κ αυτός ανασηκωμένος και μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Από την πόρτα έμπαινε άπλετο λευκό φως και δεν μπορούσες να δεις εξαιτίας του τίποτα από έξω. Ήξερα ότι ήμουν σε όνειρο. Το διαισθανόμουν. Θυμάμαι να του λέω το εξής. «το ξέρεις ότι μπορώ να σε εξαφανίσω;» και μετά είπα κάτι σαν ξόρκι, σαν προσευχή. Και με την μία εξαφανίζεται το άλλο άτομο. Ένοιωσα εκείνη την στιγμή μια ευφορία. Μια δύναμη μέσα μου ότι μπορούσα να κάνω οτιδήποτε.
 Να πω εδώ ότι μόλις ξύπνησα μετά το όνειρο μου θυμόμουν τι του είχα πει. Θυμάμαι ότι ήταν ένα πάρα πολύ όμορφο τετράστιχο που και εγώ ο ίδιος αναρωτήθηκα μα πως το επινόησα αυτό μες στον ύπνο μου. Δυστυχώς το πρωί που ξαναξύπνησα δεν θυμόμουν ούτε γραμμή από το τετράστιχο αυτό αλλά μόνο ότι ήταν καταπληκτικό.
Στην θέση του εμφανίστηκε από το πουθενά ένα άλλο άτομο. Καθόταν ακριβώς όπως καθόταν ο πρώτος αλλά σε αντίθεση με τον άλλον, το πρόσωπο του φαινόταν μαύρο. Μια σκιά. Δεν διέκρινες τίποτα από το πρόσωπο του άσχετα αν έμπαινε τόσο φως από την πόρτα. Τον ακούω να γελάει και να μου λέει «νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις αυτό και σε μένα; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», λέω πάλι εκείνο το τετράστιχο και δεν γίνεται τίποτα. Γελάει πάλι αυτός και με ξαναρωτάει με περισσότερη έμφαση «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;». Τότε λέει αυτός κάτι σαν προσευχή κάτι σαν το δικό μου και ξαφνικά νοιώθω τα πόδια μου να κόβονται και πετάγομαι από τον ύπνο μου. Πετάχτηκα τόσο πολύ που βρέθηκα σχεδόν καθιστός στα κατωπόδαρα του κρεβατιού. Ακριβώς εκείνη την στιγμή ακούω από το ράδιο την λέξη Lucifer. Περιττό να σας πω ότι χέστηκα πάνω μου. Το πρόγραμμα που είχα βάλει είχε διάρκεια περίπου 5 ώρες. Από όλα τα τραγούδια μόνο σε ένα ακουγόταν η λέξη Lucifer 2 φορές αν δεν απατώμαι. Πληροφοριακά το τραγούδι είναι Ιced Εarth – Danteʼs inferno.
Από εκείνη την νύχτα δεν ξαναείχα lucid dreaming ποτέ μου και για ένα πολύ μεγάλο διάστημα (περίπου 4 χρόνια αν δεν απατώμαι) δεν θυμάμαι να έβλεπα όνειρο και ακόμα και αν έβλεπα, το πρωί το είχα ξεχάσει.

Το Κρυφτό

0

Ένα νεαρό ζευγάρι πήρε την απόφαση να παντρευτεί μόλις τελειώσουν το σχολείο  Ο πατέρας της νύφης ήταν αρκετά ευκατάστατος και μπορούσε να τους κάνει έναν μεγάλο γάμο. Τελικά παντρεύτηκαν και ο γάμος ήταν πολύ ωραίος. Μετά είχαν μια δεξίωση σε ένα παλιό σπίτι και όλοι είχαν πιει παραπάνω.
Όταν τελικά έμειναν γυρω στα 20 άτομα αποφάσισαν να παίξουν κρυφτό. Έτσι λοιπόν άρχισε ο ένας να μετράει και οι υπόλοιποι κρύφτηκαν. Σε μισή ώρα βρέθηκαν όλοι εκτός απο τη νύφη. Για ώρες την έψαχναν ανησυχώντας οτι κάτι της συνέβη  Εβδομάδες αργότερα αφού είχαν κολλήσει αναφορές για την εξαφάνισή της εγκατέλειψαν τις προσπάθειες. Τρία χρόνια αργότερα μια ηλικιωμένη υπηρέτρια καθώς καθάριζε στο παλιό σπίτι ανέβηκε στη σοφίτα. Εκεί είδε ένα μπαούλο και το άνοιξε απο περιέργεια. Αυτό που είδε την έκανε να ουρλιάζει όσο μπορούσε, και στη συνέχεια κάλεσε την αστυνομία. Τελικά το βράδυ που παίζανε κρυφτό η νύφη αποφάσισε να κρυφτεί μέσα στο μπαούλο. Όταν μπήκε φαίνεται οτι το καπάκι έπεσε και την κτύπησε στο κεφάλι αφήνοντάς την αναίσθητη. Θα πέθανε απο ασφυξία στη συνέχεια. Το πτώμα είχε σαπίσει, όμως φαινόταν οτι το στόμα είχε μορφή ουρλιαχτού.!!

Μην ανοίξεις την πόρτα!

1
Αυτή είναι αληθινή ιστορία που έγινε πριν αρκετά χρόνια. Μία γυναίκα ήταν μόνη στο σπίτι γιατί ο άντρας της είχε φύγει το απόγευμα για δουλειές. Γύρω στα μεσάνυχτα και αφού είχε κλείσει την τηλεόραση για να πάει για ύπνο άκουσε κλάματα μωρού στην εξώπορτα της.
Παραξενεύτηκε και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία. Μόλις τους είπε τι συνέβαινε, εκείνοι της είπαν «ό,τι και αν συμβεί ΜΗΝ ανοίξεις την πόρτα.» αυτή τους είπε πως φοβάται μήπως ο σκύλος της οικογένειας δαγκώσει το μωρό, αλλά οι αστυνομικοί της απάντησαν: «κυρία φύγετε μακριά από την πόρτα και κρυφτείτε στο πιο ασφαλές δωμάτιο. Στέλνουμε ήδη δύο περιπολικά για να σας βοηθήσουν. Μην ανοίξετε σε κανέναν.»
Οι αστυνομικοί έφτασαν μετά από 10 λεπτά αλλά δεν βρήκαν κανέναν ούτε και το μωρό. Όταν η γυναίκα τους άνοιξε τελικά, της είπαν ότι ψάχνουν έναν μανιακό δολοφόνο, που βάζει μία κασέτα με ένα μωρό που κλαίει για να του ανοίξουν την πόρτα. Όλα του τα θύματα είναι γυναίκες μόνες στο σπίτι, τις οποίες βιάζει και έπειτα σκοτώνει. Δεν έχει συλληφθεί από τότε…

Μαύρη Μαγεία

0

Ήταν μια σκοτεινή νύχτα. Η κοπέλα κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά. Χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της. Κανείς δεν άνοιξε. Φοβήθηκε. Έτρεξε στην εκκλησία και χτύπησε την πόρτα.

-Πάτερ πάτερ, ανοίξτε μου!  Φώναξε.

Ο πάτερ της άνοιξε.

-Τι συνέβη τέκνον μου; Ρώτησε.

-Δεν ανοίγουν…  Πάμε μαζί…

Ανηφόρησαν προς το σπίτι. Διέρρηξαν την πόρτα. Αίματα παντού, το σπίτι σαν στοιχειωμένο. Φόβος περιφερόταν στην ατμόσφαιρα. Πάνω στο τραπεζάκι μια πεντάλφα. Ο παπάς άρχισε να λέει μια προσευχή. Η κοπέλα βγήκε έξω. Ήξερε πολύ καλά τι θα συμβεί…

H Χριστίνα είχε μόλις γυρίσει από Ιταλία. Φήμες στο χωρίο έλεγαν πώς ο μικρός αδελφός της είχε αρχίσει να ασχολείται με την μαύρη μαγεία. Φυσικά δεν το πίστεψε. Όταν μπήκε στο σπίτι της κατάλαβε…  Ενώ το σαλόνι ήταν ακριβώς όπως το είχε αφήσει, το δωμάτιο του αδελφού της είχε κάτι το περίεργο, το διαφορετικό… Προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει αλλά ο αδερφός της ήταν επιθετικός και απότομος… Μέτα από ένα “περίεργο” βράδυ η μητέρα της αρρώστησε. Η Χριστίνα κατηγόρησε τον αδερφό της. Μάλλον είχε δίκιο..  Η κατάσταση στο σπίτι γινόταν ανυπόφορη. Άρχισε να μένει στο σπίτι μιας θείας. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον..

Την προηγούμενη μέρα έμαθε από έναν φίλο του αδερφού της πώς ο αδερφός της ετοίμαζε μια θυσία και της πρότεινε να συμμετέχει… Πέρασε όλη την μέρα στο σπίτι της ευχόμενη να ξεχάσει αυτές τις βλακείες ο αδερφός της… Μέχρι που όταν κοιμήθηκε η μάνα τους, ο αδελφός της της  είπε πως αρχίζουν… Έφυγε τρέχοντας να ειδοποιήσει  τον παπά του χωρίου. Έγειρε στον τοίχο… Μια σκιά την πλησίασε. Ο παπάς την βρήκε νεκρή… Άγνωστη λόγοι είπαν οι γιατροί…

Η κηδεία έγινε μαζί με την κηδεία της μητέρας της, της οποίας το πτώμα βρήκαν κατακρεουργημένο εκείνο το βράδυ, μαζί με το πτώμα μιας άγνωστης κοπέλας. Από τον αδελφό της βρήκαν μόνο το δεξί του χέρι, και ο φίλος του που συμμετείχε στη «θυσία» εξαφανίστηκε.

Κανένας δεν έμεινε ξανά στο σπίτι. Λογικό, αφού υπήρχαν παντού αίματα και χαραγμένες πεντάλφες. Φήμες λένε ότι στο σπίτι υπάρχουν φαντάσματα, και συγκεκριμένα το φάντασμα του αδελφού που δεν βρέθηκε το σώμα του..

Μα πώς;

1

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ την έλεγε η προγιαγιά μου, την οποία ιστορία την έγραψαν και οι εφημερίδες της εποχής (90 χρόνια πριν).

Ήταν 2 νεαροί που πηγαίνανε σε ένα πανηγύρι ενός χωριού. Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν στον δρόμο τους μία πολύ όμορφη κοπέλα την Μαρία. Η οποία τους ρώτησε που πηγαίνανε, και εκείνοι απάντησαν «στο πανηγύρι του χωριού». Τους ζήτησε ευγενικά αν μπορεί να πάει μαζί τους γιατί ήταν μόνη της και φυσικά η απάντησή τους ήταν θετική. Στον δρόμο του γυρισμού η Μαρία κρύωνε και ένας από τους δύο νεαρούς της έδωσε την καμπαρντίνα του. Την πήγανε μέχρι  το σπίτι της και η Μαρία είπε: έλα να πάρεις αύριο την καμπαρντίνα σου.

Το άλλο πρωί ο νεαρός πήγε στο σπίτι και του άνοιξε μία γυναίκα (μεγάλη σε ηλικία) με μαύρα ρούχα.

Διάλογος:

ΝΕΑΡΟΣ : Για σας είναι εδώ η Μαρία;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Όχι δεν υπάρχει εδώ καμία Μαρία.

ΝΕΑΡΟΣ : Μα πως «ΟΧΙ»; Αφού χθες ήμασταν μαζί στο πανηγύρι.

ΓΥΝΑΙΚΑ : Υπήρχε κάποτε μία Μαρία, η κόρη μου, μόνο που έχει πεθάνει εδώ και χρόνια.

ΝΕΑΡΟΣ : Τι;

ΓΥΝΑΙΚΑ :  Έλα άμα θες μαζί μου να σου δείξω.

Οι δυο τους πήγανε στο νεκροταφείο και η γυναίκα έδειξε στον νεαρό τον τάφο της Μαρίας. Όμως πάνω στον τάφο της Μαρίας ήτανε σκισμένη η καμπαρτίνα του νεαρού.